
Ιδιαίτερα χαρούμενος ήταν όμως, γιατί αυτή τη χρονιά θα έπαιζε στην παράσταση των Χριστουγέννων του σχολείου. Ο ρόλος του δεν ήταν πρωταγωνιστικός, αλλά για τελευταία χρονιά θα ήταν σ’ αυτό το σχολείο, του χρόνου θα πήγαινε στο γυμνάσιο.
Στα θρησκευτικά ο δάσκαλος αναφέρθηκε στην Παναγία και τον Ιωσήφ, όταν εκείνοι δεν μπορούσαν να βρουν μέρος να κοιμηθούν, και ότι πολλοί πρόσφυγες σήμερα είναι στην ίδια μοίρα και δεν τους βοηθάει κανείς. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στον Γιάννη, αφού η οικογένειά του βοηθούσε ανέκαθεν στην κοινότητά τους (η μαμά βοηθούσε στα συσσίτια και ο μπαμπάς ήταν εθελοντής πυροσβέστης).
Επιτέλους έφτασε η μέρα της παράστασης. Αφού κάνανε την τελευταία πρόβα, άρχιζε να γεμίζει η αίθουσα με μαθητές και γονείς.
Η σκηνή ήταν όμορφα διακοσμημένη με δέντρα, κεριά και στο μέσο μια ξύλινη φάτνη. Κάποιοι μαθητές ήταν μεταμφιεσμένοι προβατάκια και γαϊδουράκια. Παραδίπλα ήταν η χορωδία που ξεκίνησε την παράσταση.
Στη σκηνή βγήκαν η Άννα και ο Σίμος που παίζανε την Παναγία και τον Ιωσήφ. Πρώτα η Παναγία και ο Ιωσήφ είχαν πάει στον σιδερά, που τον έπαιζε ο Πάνος, ο οποίος τους είχε διώξει λέγοντας ότι δεν έχει χώρο για αλήτες. Παρόλο που ο Γιάννης είδε πολλές φορές τη σκηνή στις πρόβες, πάντα τον στεναχωρούσε το γεγονός πως τους έδιωχνε ο σιδεράς.
Στην επόμενη σκηνή η Παναγία και ο Ιωσήφ χτυπούσαν την πόρτα του φούρναρη, που τον έπαιζε ο Λουκάς. Και εκείνος τους έδιωξε, λέγοντας πως θα ξαμολήσει τα σκυλιά, αν δεν εξαφανιστούν από μπροστά του.
Συνέχισαν η Παναγία και ο Ιωσήφ στην παράσταση, ώσπου έφτασαν στο τρίτο και τελευταίο σπίτι, το σπίτι του ταβερνιάρη, που τον έπαιζε ο Γιάννης. Ο Ιωσήφ ικέτευε τον ταβερνιάρη να τους δώσει ένα μέρος να κοιμηθούν, αφού η Παναγία θα γεννούσε από ώρα σε ώρα. Ο Γιάννης θα έπρεπε να τους μιλήσει άσχημα στην αρχή και έπειτα να τους αφήσει να κοιμηθούν στον στάβλο, αλλά δεν μπορούσε να πει αυτά τα άσχημα λόγια. Κάτι άλλο έπρεπε να κάνει. Η δασκάλα του τον κοίταζε και του ψιθύριζε τα λόγια του, αλλά εκείνος τίποτα.
Ξαφνικά άρχισε να μιλάει δυνατά και καθαρά: «Δεν μπορώ να σας διώξω! Δεν μπορεί ο Μεσσίας να γεννηθεί σε έναν στάβλο! Πάρτε παρακαλώ το δωμάτιό και το κρεβάτι μου. Η γυναίκα μου και εγώ μπορούμε να βολευτούμε αλλού. Θα φροντίσω να μην σας λείψει τίποτα» είπε και τους αγκάλιασε.
Η Παναγία και ο Ιωσήφ τα είχαν χαμένα. Κοιτούσαν τη δασκάλα τους που έμεινε αποσβολωμένη στην καρέκλα της. Τα άλλα παιδιά στη σκηνή δεν μιλούσαν επίσης. Όλοι κοίταζαν προς το μέρος του Γιάννη, της Παναγίας και του Ιωσήφ. Οι θεατές είχαν σηκωθεί και ξαφνικά άρχισαν να χειροκροτούν και φωνάζουν μπράβο.
Η διευθύντρια ανέβηκε στη σκηνή και είπε: «Κάτι ιδιαίτερο συνέβη απόψε. Μάλλον δεν μπόρεσες Γιάννη να απαρνηθείς την παράκληση του Ιωσήφ και της Παναγίας». Και εκείνος ζήτησε συγνώμη.
Η διευθύντρια όμως συνέχισε: « Δεν πρέπει να ζητάς συγνώμη. Αυτό που έκανες εσύ, πρέπει να γίνει παράδειγμα για όλους. Στις μέρες μας δεν δείχνουμε ελεημοσύνη και συμπόνια, γιατί μας κυριεύει ο εγωισμός. Ας κάνουμε αυτό που έκανε ο Γιάννης και ας ακούσουμε την καρδιά μας». Τελειώνοντας ευχήθηκε σε όλους καλά Χριστούγεννα και καλή χρονιά.
Το χειροκρότημα συνεχίστηκε όταν ο Γιάννης κατέβαινε από την σκηνή. Πολλοί πατεράδες τον σήκωσαν στα χέρια τους και όλοι μαζί τον επευφημούσαν. Ο μπαμπάς του τον συνεχάρη και η μαμά του τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
Κάτι το ιδιαίτερο γίνονταν και στο κοινό. Όλοι έδιναν τα χέρια τους και εύχονταν καλές γιορτές, μερικοί αγκαλιάζονταν κιόλας.
Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες έγραφαν για αυτή τη γιορτή. Πολλοί ιερείς στο κήρυγμά τους ανέφεραν αυτό περιστατικό και μιλούσαν για την αγάπη προς τον πλησίον. Ο Γιάννης, παρεμπιπτόντως σπούδασε αργότερα παιδαγωγική και πήγε στην Αφρική ως εθελοντής, όπου βρήκε αυτό που ήθελε να κάνει.